διάτριτος

διάτρῐτος, ον,
A tertian, opp.

ἀμφημερινός, περίοδοι Ph.1.427

: but more freq.,
II δ. (sc. περίοδος), , period of three days,

τὴν ἀπὸ ταύτης φυλακτέον δ. Herod.Med.

ap. Orib.5.27.23
; ἡ πρώτη δ. Thessal. ap. Gal.10.264;

πρὸ τῆς πρώτης δ. S.E.P.2.237

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάτριτος — διάτριτος, ον (Α) 1. αυτός που επανέρχεται κάθε τρίτη ημέρα, τριταίος 2. το θηλ. ως ουσ. η διάτριτος περίοδος τριών ημερών …   Dictionary of Greek

  • διάτριτος — tertian masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάτριτον — διάτριτος tertian masc/fem acc sg διάτριτος tertian neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατρίτου — διάτριτος tertian masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατρίτῳ — διάτριτος tertian masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάτριτοι — διάτριτος tertian masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατριταίος — διατριταῑος, α, ον (Α) αυτός που επανέρχεται κάθε τρίτη ημέρα, διάτριτος* …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.